ευαγγελίζομαι

(ΑΜ εὐαγγελίζομαι) [ευάγγελος]
φέρνω καλές ειδήσεις, αναγγέλλω ευχάριστα νέα, δίνω χαρμόσυνες υποσχέσεις («λόγους ἀγαθοὺς εὐαγγελίσασθαι ὑμῑν», Αριστοφ.)
αρχ.-μσν.
1. κηρύσσω, διδάσκω το Ευαγγέλιο («εὐαγγελίσασθαι πτωχοῑς ἀπέσταλκέ με», ΠΔ)
2. διαβάζω το Ευαγγέλιο τής ημέρας
3. κηρύσσω κάτι ως ευχάριστη είδηση
4. παθ. α) δέχομαι ευχάριστες ειδήσεις
β) αναγγέλλομαι ως χαρμόσυνο γεγονός («ἡ βασιλεία τοῡ Θεοῡ εὐαγγελίζεται», ΚΔ).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευαγγελίζομαι — ευαγγελίζομαι, ευαγγελίστηκα βλ. πίν. 34 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ευαγγελίζομαι — ρ. μετβ. 1) приносить радостные, приятные вести; 2) обещать …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εὐαγγελίζομαι — bring good news pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαγγελίζεσθε — εὐαγγελίζομαι bring good news pres imperat mp 2nd pl εὐαγγελίζομαι bring good news pres ind mp 2nd pl εὐαγγελίζομαι bring good news imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαγγελιζομένων — εὐαγγελίζομαι bring good news pres part mp fem gen pl εὐαγγελίζομαι bring good news pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαγγελιζόμεθα — εὐαγγελίζομαι bring good news pres ind mp 1st pl εὐαγγελίζομαι bring good news imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαγγελιζόμενον — εὐαγγελίζομαι bring good news pres part mp masc acc sg εὐαγγελίζομαι bring good news pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαγγελισαμένων — εὐαγγελίζομαι bring good news aor part mp fem gen pl εὐαγγελίζομαι bring good news aor part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαγγελισθέντα — εὐαγγελίζομαι bring good news aor part mp neut nom/voc/acc pl εὐαγγελίζομαι bring good news aor part mp masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐαγγελισάμενον — εὐαγγελίζομαι bring good news aor part mp masc acc sg εὐαγγελίζομαι bring good news aor part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.